Της Βασιλικής Μελέτη
Η θέση των γυναικών στην ελληνική αγορά εργασίας, σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία της ΓΣΕΕ, χαρακτηρίζεται από υψηλό ποσοστό ανεργίας και μικρή συμμετοχή στην απασχόληση. Ειδικότερα, η μισθωτή απασχόληση των γυναικών εξετάζεται μέσα από τη διάκρισή της στον ευρύτερο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα της οικονομίας με περαιτέρω ανάλυση του ιδιωτικού τομέα μεταξύ Ελληνίδων και μεταναστριών, ως προς το μέγεθος της επιχείρησης στην οποία εργάζονται, τις ευέλικτες μορφές εργασίας, τους κυριότερους κλάδους και τα επαγγέλματα, όπου απασχολούνται, καθώς και το μορφωτικό τους επίπεδο. Ακολούθως, αποτυπώνονται αναλυτικά τα βασικά χαρακτηριστικά των γυναικών στην αγορά εργασίας κατά το 2011 και δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στη μισθωτή εργασία τους (Πηγή ΙΝΕ ΓΣΕΕ).
Βασικά χαρακτηριστικά εργαζόμενων γυναικών
Ο παραγωγικός πληθυσμός των γυναικών (15-64 ετών) αντιστοιχεί στο 75,0% του συνολικού πληθυσμού των γυναικών, ενώ εκτός αγοράς εργασίας βρίσκεται το 43,0% των γυναικών παραγωγικής ηλικίας. Οι γυναίκες αποτελούν το ήμισυ του παραγωγικού πληθυσμού (15-64 ετών) της χώρας και περί τα 2/3 όσων βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας (65,8%). Το ποσοστό ανεργίας τους είναι 1,2 φορές μεγαλύτερο από το μέσο ποσοστό ανεργίας και 1,5 φορά μεγαλύτερο του ποσοστού ανεργίας των ανδρών (20,0% έναντι 16,3% και 13,7% αντίστοιχα), ενώ αποτελούν το ήμισυ των ανέργων (51,8%).
Ο αριθμός των γυναικών που εργάζονται σήμερα ανέρχεται σε 1.671.500 άτομα. Αναλογούν περίπου τέσσερις γυναίκες σε κάθε δέκα εργαζόμενους (40,2%) και απασχολούνται κυρίως ως μισθωτές (οι δύο στις τρεις γυναίκες, ποσοστό 68,3% ή 1.142.000 μισθωτές). Περί το 1/4 των γυναικών απασχολούνται είτε ως εργοδότριες είτε ως αυτοαπασχολούμενες (4,8% και 18,5% αντίστοιχα), και το υπόλοιπο 8,8% είναι βοηθοί σε οικογενειακές επιχειρήσεις. Η αναλογία είναι μία γυναίκα σε κάθε πέντε εργοδότες, τρεις γυναίκες σε κάθε δέκα ελεύθερους επαγγελματίες, τέσσερις γυναίκες σε κάθε δέκα μισθωτούς και δύο σε κάθε τρία άτομα που εργάζονται ως βοηθοί σε οικογενειακή επιχείρηση (22,2%, 32,5%, 43,2% και 63,5% αντίστοιχα). Η απασχόλησή τους (6 στις 10 εργαζόμενες) συνολικά συγκεντρώνεται στις επιχειρήσεις που απασχολούν μέχρι δέκα εργαζόμενους (62,2%). Με εξαίρεση τη μισθωτή απασχόλησή, όπου στις επιχειρήσεις απασχολούν μέχρι 10 εργαζόμενους εργάζεται το 45,0% των μισθωτών. Στις υπόλοιπες κατηγορίες η απασχόληση συγκεντρώνεται σε αυτού του μεγέθους τις επιχειρήσεις. Το 44,5% των γυναικών που απασχολούνται ανήκουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, το 39,0% στη δευτεροβάθμια, 16,0% στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ 0,5% δεν έχει πάει σχολείο.
Η ποσοστιαία συμμετοχή των γυναικών στη συνολική απασχόληση της χώρας ανά επίπεδο εκπαίδευσης είναι μεγαλύτερη έναντι της μέσης συμμετοχής των γυναικών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και όσων δεν έχουν πάει σχολείο. Η συμμετοχή τους είναι μικρότερη στη δευτεροβάθμια και πρωτοβάθμια εκπαίδευση (46,5%, 43,5%, 36,0% και 36,9% αντίστοιχα έναντι 40,2% της μέσης συμμετοχής των γυναικών). Πρέπει να επισημάνουμε ότι το υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στην ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας, καθώς αυτή η κατηγορία βρίσκεται ενταγμένη αφ ενός σε μεγαλύτερο βαθμό έναντι των υπολοίπων εκπαιδευτικών επιπέδων στην αγορά εργασίας, αφετέρου, αποτελούν το μικρότερο ποσοστό των γυναικών που βρίσκεται εκτός αγοράς εργασίας.
Οι έξι στις δέκα γυναίκες μισθωτές (ποσοστό 62,0%) εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας κυρίως σε επιχειρήσεις που απασχολούν μέχρι 10 εργαζόμενους (58,5%), ενώ στον ευρύτερο δημόσιο τομέα η απασχόληση των γυναικών συγκεντρώνεται σε επιχειρήσεις με απασχόληση πάνω από 10 εργαζόμενους (76,0%). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι οκτώ στις δέκα μισθωτές στις μικρές μεγέθους επιχειρήσεις να εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, ενώ στις επιχειρήσεις με απασχόληση πάνω από δέκα εργαζόμενους η αναλογία μεταξύ ευρύτερου δημόσιου και ιδιωτικού τομέα να μοιράζεται σχεδόν εξίσου (53,0% έναντι 47,0% αντίστοιχα).
Στη γυναικεία μισθωτή απασχόληση του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, περίπου μία ανά πέντε εργαζόμενες έχει ξένη υπηκοότητα (18,4%). Η απασχόληση των μεταναστριών μισθωτών συγκεντρώνεται σε μικρού μεγέθους επιχειρήσεις (84,5%), ενώ στις Ελληνίδες λίγο πάνω από το ήμισυ σε επιχειρήσεις με απασχόληση πάνω από δέκα εργαζόμενους (52,5%). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι τρεις στις τέσσερις και οι εννέα στις δέκα μισθωτές του ιδιωτικού τομέα να έχουν ελληνική υπηκοότητα και να εργάζονται είτε σε μικρές είτε σε μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις (73,4% και 93,0% αντίστοιχα).
Περίπου οι έξι στις δέκα μισθωτές γυναίκες (57,2%) εργάζονται στους κλάδους του Εμπορίου, της Εκπαίδευσης, της Υγείας και στη Δημόσια διοίκηση και Άμυνα, ενώ ένα ακόμη σημαντικό μερίδιο (20,5%) των γυναικών εργάζεται στους κλάδους της Βιομηχανίας, των Ξενοδοχείων & Εστιατορίων και στις Δραστηριότητες νοικοκυριών
ως εργοδοτών. Περίπου δύο στους τρεις μισθωτούς εργαζόμενους στην Υγεία και την Εκπαίδευση είναι γυναίκες, ενώ όσες εργάζονται στο κλάδο των Δραστηριοτήτων νοικοκυριών ως εργοδοτών αποτελούν το 95% της μισθωτής απασχόλησης. Το ποσοστό των γυναικών με μισθωτή απασχόληση στις άλλες δραστηριότητες, στη Διαχείριση Ακίνητης Περιουσίας καθώς και σε Επαγγελματικές, Επιστημονικές και Τεχνικές δραστηριότητες ανέρχεται στο 60%. Επίσης, γυναίκες, αποτελούν το ήμισυ των μισθωτών σε Τράπεζες (Χρηματοπιστωτικές και Ασφαλιστικές Δραστηριότητες),
στα Ξενοδοχεία & Εστιατόρια και στις Διοικητικές και Υποστηρικτικές Δραστηριότητες. Στον κλάδο του Εμπορίου η μισθωτή απασχόληση των γυναικών αντιστοιχεί στο 46,3% των μισθωτών.
Στον ευρύτερο δημόσιο τομέα στους κλάδους της Εκπαίδευσης, της Υγείας και της Δημόσιας Διοίκησης και Άμυνας, το ποσοστό των με μισθωτή απασχόληση είναι 86%. Ειδικότερα στον κλάδο της Εκπαίδευσης και ως εκπαιδευτικοί (επαγγελματίες) αναλογεί το 30,0% της γυναικείας απασχόλησης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Στην Δημόσια Διοίκηση και ως υπάλληλοι γραφείου, ως τεχνικοί και ως επαγγελματίες αναλογεί αντίστοιχα το 1/4 των γυναικών, ενώ στην Υγεία και ως τεχνικοί και ως επαγγελματίες αναλογεί το 15,0% των γυναικών με μισθωτή απασχόληση. Συνολικά στους τρεις αυτούς κλάδους και στα τρία αυτά επαγγέλματα συγκεντρώνεται το 70,0% της γυναικείας μισθωτής απασχόλησης του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας το 60% της γυναικείας μισθωτής απασχόλησης συγκεντρώνεται στους κλάδους του Εμπορίου, της Βιομηχανίας, των Ξενοδοχείων & Εστιατορίων και στις Δραστηριότητες νοικοκυριών ως εργοδοτών. Οι γυναίκες πωλητές και οι υπάλληλοι γραφείου στον κλάδο του Εμπορίου αντιπροσωπεύουν το 1/4 της γυναικείας μισθωτής απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα. Στα Ξενοδοχεία & τα Εστιατόρια (ως απασχολούμενες στην παροχή υπηρεσιών και ως ανειδίκευτες εργάτριες) αναλογεί το 10,0% αντίστοιχα των γυναικών μισθωτών. Στις Δραστηριότητες νοικοκυριών ως εργοδοτών και ως ανειδίκευτες εργάτριες αναλογεί ένα 9,0% της γυναικείας μισθωτής απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα. Το 4,4% της γυναικείας μισθωτής απασχόλησης του ιδιωτικού τομέα εργάζονται στην Εκπαίδευση ως εκπαιδευτικοί. Συνολικά στους τέσσερις αυτούς κλάδους και στα τέσσερα αυτά επαγγέλματα συγκεντρώνεται το 48,0% της γυναικείας μισθωτής απασχόλησης του ιδιωτικού τομέα.
Η απασχόληση των μεταναστριών που εργάζονται ως μισθωτές στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας συγκεντρώνεται κατά το ήμισυ περίπου στις Δραστηριότητες νοικοκυριών ως εργοδοτών και κατά το 1/5 στα Ξενοδοχεία & τα Εστιατόρια (45,0% και 19,0% αντίστοιχα), κυρίως ως ανειδίκευτες εργάτριες (52,0%) και ως απασχολούμενες στην παροχή υπηρεσιών (10,0%). Η μισθωτή απασχόληση των μεταναστριών στον κλάδο Δραστηριοτήτων νοικοκυριών ως εργοδοτών αποτελεί το 85% της μισθωτής απασχόλησης των ανειδίκευτων εργατριών μισθωτών γυναικών στον ιδιωτικό τομέα και 46,5% στο αντίστοιχο επάγγελμα στον κλάδο των Ξενοδοχείων και Εστιατορίων. Η αναλογία στο σύνολο των απασχολουμένων στον ίδιο κλάδο είναι στο 28,0% των απασχολούμενων στην παροχή υπηρεσιών στον ίδιο κλάδο. Πάνω από το ήμισυ της γυναικείας μισθωτής απασχόλησης του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας με ελληνική υπηκοότητα (54,2%) συγκεντρώνεται στους κλάδους του Εμπορίου, της Βιομηχανίας και των Ξενοδοχείων & Εστιατορίων, ενώ ένα ακόμη σημαντικό μερίδιο των Ελληνίδων (25,6%) εργάζεται στους κλάδους και των τριών.
Μέσες καθαρές μηνιαίες αμοιβές
Σε γενικές γραμμές, το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα είναι μεγαλύτερο έναντι όλων των υπολοίπων μέσων (οικονομίας και ιδιωτικού τομέα), ενώ το μέσο μηνιαίο καθαρό εισόδημα των Ελλήνων (στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας) είναι μεγαλύτερο έναντι των μέσων καθαρών μηνιαίων εισοδημάτων του ιδιωτικού τομέα και των μεταναστών.
Επίσης, σε γενικές γραμμές, το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα όσων έχουν τελειώσει τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι μεγαλύτερο από όλα τα άλλα μέσα μηνιαία εισοδήματα, τα οποία προκύπτουν από τις λοιπές εκπαιδευτικές βαθμίδες. Το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα, που προέρχεται είτε από πλήρη είτε από μόνιμη απασχόληση, είναι κατά τι μεγαλύτερο του μέσου καθαρού μηνιαίου εισοδήματος. Αντίθετα, το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα, που προέρχεται από εργασία με καθεστώς μερικής απασχόλησης, αντιστοιχεί στο 45,0% του μέσου καθαρού εισοδήματος, που προέρχεται από πλήρη απασχόληση, ενώ το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα, που προέρχεται από εργασία με καθεστώς προσωρινής απασχόλησης αντιστοιχεί στα 2/3 περίπου του μέσου καθαρού μηνιαίου εισοδήματος, που προέρχεται από μόνιμη εργασία. Οι αναλογίες αυτές διαφοροποιούνται ως προς το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα των εν λόγω κατηγοριών στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας σε 50,0% και 74,0% αντίστοιχα.
Το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα των γυναικών το οποίο δεν ξεπερνά τα 1.000€ υπολείπεται κατά 8 μονάδες από το μέσο καθαρό μηναίο εισόδημα του συνόλου της οικονομίας και κατά 13 μονάδες από το αντίστοιχο των ανδρών. Το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα των γυναικών, το οποίο προέρχεται είτε από πλήρη είτε από μερική απασχόληση υπολείπεται κατά 6,5 μονάδες από τα αντίστοιχα μέσα καθαρά μηνιαία εισοδήματα της οικονομίας, ενώ ως προς τα αντίστοιχα των ανδρών υπολείπεται κατά 10,6 μονάδες στην πλήρη απασχόληση και 16,0 μονάδες στη μερική απασχόληση. Το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα των γυναικών, το οποίο προέρχεται από μόνιμη ή προσωρινή εργασία, υπολείπεται κατά 7,2 και 9,0 μονάδες από τα αντίστοιχα μέσα καθαρά μηνιαία εισοδήματα της οικονομίας, ενώ ως προς τα αντίστοιχα των ανδρών υπολείπεται κατά 12,0 μονάδες στη μόνιμη εργασία και 16,0 μονάδες στην προσωρινή εργασία.
Σύμφωνα με έρευνες που αφορούν τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών, οι αμοιβές των ανδρών είναι, κατά μέσο όρο, υψηλότερες από τις αμοιβές των γυναικών, γεγονός το οποίο αποδίδεται στο ότι οι άνδρες έχουν μεγαλύτερη ηλικία και εμπειρία από τις γυναίκες στο επίπεδο εκπαίδευσης. Σημαντικό ρόλο παίζουν ακόμη η οικογενειακή κατάσταση, οι ώρες απασχόλησης, οι επαγγελματικές δεξιότητες και το επάγγελμα, γνωστά ως «παραγωγικά χαρακτηριστικά». Όμως, όταν επίκεντρο των μελετών είναι να ερμηνεύσουν ή να εξετάσουν κατά πόσο οι διαφορές αυτές αντανακλούν διαφορές ως προς τα παραγωγικά χαρακτηριστικά των εργαζομένων ή αποτελούν το «ανερμήνευτο μέρος της διαφοράς αμοιβών», ή διαφορετικό παράγοντα «διάκρισης σε βάρος των γυναικών», καταδεικνύουν ότι ο σημαντικότερος παράγοντας είναι το «ανερμήνευτο μέρος των αμοιβών» καθώς ερμηνεύουν το 59,4% αυτών, έναντι 40,6% που ερμηνεύουν οι κατά φύλο διαφορές των παραγωγικών χαρακτηριστικών.
Από αυτό δε το ανερμήνευτο μέρος, οι 21,9 εκατοστιαίες μονάδες χαρακτηρίζονται ως «πλεονέκτημα των ανδρών», δηλαδή ως το γεγονός ότι οι άνδρες εργαζόμενοι αμείβονται περισσότερο από το σύνολο των εργαζομένων, ακόμη και αν οι άνδρες και οι γυναίκες έχουν τα ίδια παραγωγικά χαρακτηριστικά. Οι υπόλοιπες 37,5 εκατοστιαίες μονάδες είναι το «μειονέκτημα των γυναικών», δηλαδή το γεγονός ότι οι γυναίκες αμείβονται, κατά μέσο όρο, λιγότερο από ό,τι το σύνολο των εργαζομένων ακόμη και ανέχουν τα ίδια παραγωγικά χαρακτηριστικά, δηλαδή επειδή είναι γυναίκες και όχι γιατί έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά ανθρώπινου κεφαλαίου.
Το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα των γυναικών που εργάζονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα πλησιάζει το 95,0% σε όλες τις κατηγορίες απασχολούμενων του αντίστοιχου μέσου μηνιαίου εισοδήματος για το σύνολο της οικονομίας και με εξαίρεση τη μερική απασχόληση όπου υπολείπεται κατά 14,2 μονάδες.
Στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα των γυναικών σε όλες τις κατηγορίες απασχολούμενων δεν υπερβαίνει το 90,0% των αντίστοιχων μέσων μηνιαίων μισθών για το σύνολο της οικονομίας, με εξαίρεση τη μερική απασχόληση, όπου υπολείπεται μόλις κατά 5,0 μονάδες. Το ίδιο συμβαίνει και με το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα των Ελληνίδων γυναικών, που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, ενώ για τις μετανάστριες εξαίρεση αποτελεί το μέσο μηνιαίο καθαρό εισόδημα, προερχόμενο από προσωρινή εργασία, που υπολείπεται κατά 7,7 μονάδες από το αντίστοιχο μέσο του συνόλου των μεταναστών.
Το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα του συνόλου των γυναικών υπολείπεται από εκείνο των γυναικών του ευρύτερου δημόσιου τομέα κατά 19,4 μονάδες, ενώ το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα των γυναικών του ιδιωτικού τομέα υπολείπεται έναντι αυτού του ευρύτερου δημόσιου τομέα κατά 31,4 μονάδες και έναντι του μέσου καθαρού μηνιαίου εισοδήματος των γυναικών κατά 15 μονάδες. Το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα των μεταναστριών υπολείπεται από εκείνο των Ελληνίδων γυναικών, που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα κατά 23,0 μονάδες ως προς το μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα, που προέρχεται είτε από πλήρη είτε από μόνιμη απασχόληση. Αντίστοιχα, το μέσο μηνιαίο εισόδημα των μεταναστριών υπολείπεται κατά 18,7 μονάδες και μόλις κατά 5,0 μονάδες ως προς τα μέσα καθαρά μηνιαία εισοδήματα των ελληνίδων που προέρχονται από μερική και από προσωρινή απασχόληση.
Συμπερασματικά
Το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης των γυναικών αποτελεί απλή αντανάκλαση της διαφορετικής θέσης τους στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, στον οικιακό και επιχειρηματικό τομέα της οικονομίας. Οι οικογένειες αναπτύσσουν ενδεχομένως στρατηγικές απασχόλησης, στις οποίες οι άνδρες έχουν προτεραιότητα στην απασχόληση, και το γυναικείο εργατικό δυναμικό αναλαμβάνει το ρόλο της εφεδρείας. Ο κατά φύλο διαχωρισμός των επαγγελμάτων σχετίζεται προφανώς με τους ρόλους των δύο φύλων και τις συνακόλουθες προκαταλήψεις περί «ανδρικών» και «γυναικείων» επαγγελμάτων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν ιστορικά, καθώς οι γυναίκες ακολουθούν εκπαίδευση και επαγγέλματα, σε κλάδους παραγωγής, που αντιστοιχούν στα παραδοσιακά «καθήκοντα» της γυναίκας στην οικογένεια και το νοικοκυριό. Ο εφεδρικός χαρακτήρας του γυναικείου εργατικού δυναμικού αντανακλάται και στο υψηλό ποσοστό μερικής απασχόλησης σε σύγκριση με το αντίστοιχο ποσοστό των ανδρών.
Τέλος, από την ιδιαίτερη θέση των γυναικών στον τρόπο κοινωνικής αναπαραγωγής, η οποία βασίζεται στην οικογένεια και είναι θεμελιώδης, προκύπτει η σχέση τους με το εργατικό δυναμικό, την απασχόληση, την εργασία και την ανεργία. Η υποδεέστερη θέση των γυναικών στην απασχόληση και την εργασία, όπως εκφράζεται με την βραχεία ή σύντομη καριέρα, τη στασιμότητα στην εργασιακή ιεραρχία, τις χαμηλότερες αμοιβές, τη μικρότερη συσσώρευση εργασιακής πείρας συνολικά ή στον τελευταίο εργοδότη, ανάγεται στο γεγονός ότι αναλαμβάνουν ρόλο, στο εσωτερικό της οικογένειας, που είναι σημαντικότερος από τον αντίστοιχο των ανδρών, με όρους ωρών οικιακής εργασίας και αφοσίωσης.
Εν απουσία αξιόλογου κοινωνικού κράτους, οι γυναίκες καλούνται να αναλάβουν τον κύριο ρόλο στην αναπαραγωγή, δηλαδή στην οικιακή εργασία και ένα δευτερεύοντα ρόλο στην εμπορευματική παραγωγή. Η ένταξή τους, ωστόσο, τόσο στον εκπαιδευτικό μηχανισμό, όσο και στην απασχόληση εξακολουθεί να επηρεάζεται θεαματικά από τον παραδοσιακό ρόλο, που αναλαμβάνουν στην οικογένεια ως σύζυγοι, μητέρες και κόρες: στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου η παρουσία τους είναι πλέον ισάξια των ανδρών, ακολουθούν σπουδές ανθρωπιστικής κατεύθυνσης, ενώ στην αγορά εργασίας καταλαμβάνουν θέσεις εργασίας που αντιστοιχούν στον παραδοσιακό ρόλο των γυναικών στην οικογένεια: εκπαιδευτικοί, υπηρεσίες υγείας, κοινωνική εργασία, φροντίδα, υπηρεσίες καθαρισμού, υφαντουργία και ιματισμός, θέσεις εργασίας στη «ήπια οικονομία» και ιδιαίτερα στο δημόσιο τομέα, ή υπάλληλοι γραφείου.