Home

Η απουσία των ελληνικών πανεπιστήμιων από τις παγκόσμιες κατατάξεις είναι ένα γνωστό θέμα, που δεν φαίνεται όμως να απασχολεί και ιδιαίτερα την ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα. Καθηγητές και φοιτητές θα έπρεπε να προβληματίζονται όλο και περισσότερο για την ποιότητα των ελληνικών ιδρυμάτων , αφού αργά ή γρήγορα θα θεσμοθετηθεί η διαδικασία της αξιολόγησης και θα υπάρχει διαβάθμιση ποιότητας και για τα ελληνικά πανεπιστήμια.
Προς το παρόν, η μόνη παρουσία ελληνικών ιδρυμάτων έχει σημειωθεί στην παγκόσμια κατάταξη πανεπιστημίων που δημοσίευσε το Πανεπιστήμιο της Σαγκάης το 2003, η οποία περιελάμβανε μόλις δύο ελληνικά πανεπιστήμια, το Πανεπιστήμιο Αθηνών και το ΑΠΘ. Η κατάταξη αυτή έγινε με κριτήριο την ποσότητα των δημοσιεύσεων , τον αριθμό των ερευνητών και τις αναφορές των τελευταίων, κατάταξη που γενικά πολλοί θα πουν πως αδικεί τα μικρού μεγέθους μας ιδρύματα. Για αυτό τον λόγο η εγχώρια ακαδημαϊκή κοινότητα έσπευσε να την αμφισβητήσει , στη βάση του ότι τα κριτήρια αξιολόγησης από την μία δεν ανταποκρίνονται στην ελληνική πανεπιστημιακή πραγματικότητα και από την άλλη δεν λαμβάνουν υπόψη και άλλα ποιοτικά στοιχεία.
Μπορεί λοιπόν να μην μπορούμε να συγκρίνουμε τα πανεπιστήμια μας με αυτά του εξωτερικού ,μπορούμε όμως σίγουρα να τα συγκρίνουμε μεταξύ τους. Το Πάντειο Πανεπιστήμιο θέλει να θεωρείται ένα καλό πανεπιστήμιο κοινωνικών και πολιτικών επιστημών, το καλύτερο στην χώρα στο επιστημονικό αυτό πεδίο. Τουλάχιστον αυτό νομίζαμε εμείς σαν φοιτητές αλλά , πάνω κάτω ,γύρω από αυτή την άποψη κινείται επίσης και το κοινό αίσθημα. Μπορεί λοιπόν η απουσία του από τις παγκόσμιες λίστες να μην εκπλήσσει κανέναν, αλλά τουλάχιστον το Πάντειο έχει να επιδείξει στο εσωτερικό μια ακαδημαϊκή παράδοση πολλών χρόνων. Παρόλα αυτά, πρόσφατη αξιολόγηση των ελληνικών πανεπιστημίων ,έρχεται να διαψεύσει όλα όσα νομίζαμε αφού το πανεπιστήμιο μας τερματίζει τελευταίο μετά το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, στη κατάταξη που προέκυψε. Και αυτή τη φορά αξιολογήθηκε η ποιότητα της έρευνας και όχι η ποσότητα αυτής
Αν υποθέσουμε λοιπόν πως η ποιότητα της έρευνας αντανακλά και την ποιότητα των σπουδών τα νέα για το Πάντειο είναι πολύ δυσάρεστα. Δεν νομίζω βέβαια πως μπορεί κανείς να αμφισβητήσει την παραπάνω σχέση. Τα πανεπιστήμια είναι οι μοναδικοί παραγωγοί νέας γνώσης και δεν μπορεί ένα ίδρυμα να ισχυρίζεται ότι κάνει σωστά τη δουλειά του, όταν το ερευνητικό έργο των μελών του είναι ανύπαρκτο ή έστω χαμηλής στάθμης. Θα απορεί βέβαια κανείς πως γίνεται με τόσες «φίρμες» μέλη ΔΕΠ που διαθέτουμε, το Πάντειο να πιάνει πάτο στις κατατάξεις. Σύσσωμο το επιστημονικό μας προσωπικό , φαίνεται να έχει μείνει πίσω σε αυτό τον τομέα και για αυτό δεν υπάρχει καμία δικαιολογία. Ούτε οι ώρες διδασκαλίας αποτελούν πλήρη απασχόληση για τους καθηγητές, (ακόμα και αν αποτελούσαν, αυτό θα ήταν φαιδρό επιχείρημα) ούτε τα χρήματα για έρευνα είναι λίγα, αφού περιφερειακά πανεπιστήμια θετικών επιστημών φαίνεται να διαπρέπουν σε αυτό τον τομέα.
Πέρα όμως από την ποιότητα της έρευνας και το επίπεδο του επιστημονικού μας προσωπικού , η εμπειρία μας στο Πάντειο μπορεί επίσης να μας υποψιάσει για την ποιότητα των σπουδών μας. ‘Ισως οι τίτλοι των μαθημάτων μας να φαίνονται εντυπωσιακοί, δεν αντιστοιχούν όμως τις περισσότερες φορές στο περιεχόμενο των μαθημάτων. Η δε ύλη είναι τις περισσότερο φορές βασισμένη σε θεωρίες που έχουνε πλέον ξεπεραστεί και όσο και αν κάποιοι καθηγητές μας προσπαθούν να μας επαναφέρουν στη τωρινή πραγματικότητα, τα συγγράμματα που διαθέτουμε δεν παύουν να μας γυρνάνε πίσω στον χρόνο. Όσο για το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών γενικότερα, αυτό προσαρμόζεται στις προσωπικές επιδιώξεις και επιθυμίες των καθηγητών. Εισάγονται μαθήματα που μας εφοδιάζουν με γνώσεις άχρηστες στην αγορά εργασίας, τη στιγμή που θα μπορούσαν να επιλεχθούν άλλα που θα έκαναν τις σπουδές μας πιο ανταγωνιστικές, μόνο και μόνο γιατί αποτελούν τρόπο της επιβολής των προσωπικών απόψεων καθηγητών γύρω από το τι θα αποτελέσει το αντικείμενο του κάθε τμήματος. Όλα λοιπόν καταλήγουν στο ότι η ποιότητα σπουδών εξαρτάται από το πώς αντιμετωπίζονται οι τελευταίες από τα αξιότιμα μέλη ΔΕΠ. Είναι οι καθηγητές μας υπηρέτες της αναγνωρίσιμης έρευνας και της άριστης διδασκαλίας; Υπηρετούν τον κύριο σκοπό του πανεπιστημίου ή αρκούνται στην εξυπηρέτηση των δικών τους σκοπών; Η ελληνική πραγματικότητα έχει απαντήσει στο παραπάνω ερώτημα: Τη στιγμή που κάθε πανεπιστήμιο που σέβεται τον εαυτό του προσπαθεί να στελεχώνεται με το αρτιότερο επιστημονικό προσωπικό, στα ελληνικά πανεπιστήμια η εκλογή των μελών ΔΕΠ έχει μετατραπεί σε μια απλή διαδικασία δημοσιοϋπαλληλικής εξέλιξης. Το σύστημα είναι κλειστό σε «εκτός των τειχών» υποψήφιους τις περισσότερες φορές, οι οποίοι μπορεί να έχουν το επιστημονικό υπόβαθρο αλλά όχι και τις κατάλληλες γνωριμίες. Αντίθετα, τις θέσεις καταλαμβάνουν άτομα με στενούς ακαδημαϊκούς ορίζοντες που αναπαράγουν το περιβάλλον που τους διαμόρφωσε. Αποτέλεσμα η ελάχιστη πρόοδος. Ακόμα και ο περιβόητος νόμος- πλαίσιο, που υποτίθεται θα αλλάξει την μοίρα των ελληνικών πανεπιστημίων, εξαντλείται στην αλλαγή των γραφειοκρατικών διαδικασιών και δεν ασχολείται επί της ουσίας με το πρόβλημα.
Τέλος, μπορεί τα περιφερειακά πανεπιστήμια να αποδεικνύονται καλύτερα από τα κεντρικά, όμως μέχρι να θεσμοθετηθεί η διαδικασία της αξιολόγησης , το γεγονός αυτό δεν αναγνωρίζεται και δεν έχει κανένα αντίκρισμα πάνω στα πτυχία μας. Οπότε είμαστε ακόμα ελεύθεροι να λέμε ότι αποφοιτήσαμε από το καλύτερο πανεπιστήμιο κοινωνικών και πολιτικών επιστημών και να χαίρονται οι παππούδες μας που περάσαμε «στη Πάντειο».
Όταν έρθει βέβαια η ώρα της κρίσης, έχει ο θεός.

Σοφία Καλογεράκη

One thought on “Πάντειο. Κριτής μας μόνο ο θεός

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s