Home

Δε θα πω κάτι καινούργιο. Όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουμε την κατάσταση που επικρατεί σχετικά με το νέο κύμα μετανάστευσης των Ελλήνων. Έχω σκεφτεί πολλές φορές να φύγω στο εξωτερικό, αλλά μετά το ξανασκέφτομαι. Και για να εξηγηθώ χωρίς να παρεξηγηθώ, δεν έχω την πρόθεση να κατηγορήσω κανένα και καμία απόφαση. Διότι θα μιλήσω για αποφάσεις ζωής που λαμβάνονται υπό καθεστώς τρομοκρατίας.
Καθημερινά διαβάζω για μαζικές αποχωρήσεις Ελλήνων σε χώρες του εξωτερικού και έρχομαι συχνά σε επαφή με νέα παιδιά που ψάχνουν απεγνωσμένα μεταπτυχιακό ή εργασία στο εξωτερικό. Λογικό. Άλλωστε, σε μια χώρα χωρίς προοπτικές, σε μια χώρα απάτης και ψέματος, σε μια χώρα καμουφλαρισμένης τρομοκρατίας κανείς δε θέλει να μείνει. Κι έτσι σκέφτομαι να φύγω. Μα έρχεται η εξής δεύτερη σκέψη κατευθείαν στο μυαλό μου: «Ό, τι δε σου αρέσει το αλλάζεις ή το αποφεύγεις;»
Δυστυχώς, μεγαλώσαμε με τέτοιο τρόπο ώστε όταν οι εναλλακτικές μας στενεύουν, το βάζουμε στα πόδια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ανθρώπινες σχέσεις (αύξηση ποσοστού διαζυγίων, ανύπαρκτες φιλικές σχέσεις, κλπ.). Δεν έχουμε μάθει ούτε να παλεύουμε, ούτε να διεκδικούμε κι όσοι το κάνουν, αποτελούν τη συντριπτική μειοψηφία. Η αιτία είναι ότι το μυαλό μας έχει πολτοποιηθεί από την τηλεόραση και την υπερπροστατευτική νοοτροπία των γονέων μας, αλλά και το ότι είμαστε μεγαλωμένοι με προτεραιότητα το «εγώ» κι όχι το «εμείς». Και τώρα που τίθεται το θέμα επιβίωσης, γυρνάμε το χρόνο πίσω στη δεκαετία του ’60 και φεύγουμε έξω για μια καλύτερη ζωή.
Όμως έχουμε σκεφτεί κατά πόσο θα είναι καλύτερη η ζωή εκεί; Πρώτο πρόβλημα ο ρατσισμός: «Ήρθε ο τεμπέλης και διεφθαρμένος Έλληνας να μας πάρει τη δουλειά». Είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπίσει κανείς τέτοιου είδους αντιλήψεις και πρέπει να δουλέψει πολύ σκληρά για να απαντήσει εμπράκτως. Δεύτερο πρόβλημα η συνήθεια: «Θα μαζέψω χρήματα και θα γυρίσω πίσω». Μα όταν έχεις συνηθίσει στα κατά μέσο όρο 1000€ το μήνα, γυρνάς στα 500€ και αν; Όταν έχεις χτίσει τη ζωή σου εκεί, τη γκρεμίζεις εύκολα για να επιστρέψεις στην πατρίδα; Τρίτο πρόβλημα το γονίδιο του Έλληνα. Η έλλειψη της πατρίδας και της οικογένειας για έναν Έλληνα πάντα ήταν και πάντα θα είναι ένα αγκάθι στη ψυχή. Φταίει ο τρόπος σκέψης, ο τρόπος ζωής, οι μεταξύ μας σχέσεις, που ακόμα και σήμερα έχουν –παρά τρίχα- διασωθεί από την ανεξέλεγκτη ξενομανία. Πόσο θα αντέξεις μακριά από συγγενείς και φίλους; Μακριά από την ομορφιά του τόπου σου, που τον κάνει ακόμα πιο όμορφο το γεγονός ότι είναι «δικός» σου.
Και τελικά τι θα μείνει πίσω; Μια χρεοκοπημένη χώρα κάποιων υπερήλικων, η οποία δεν μπόρεσε να κρατήσει τα παιδιά της. Που πάντα έθαβε ότι καλό αναπτυσσόταν και προέβαλε το κάθε μορφής πυροτέχνημα, νομίζοντας ότι η λάμψη του θα κρατήσει για πάντα. Πόσοι αξιόλογοι ηγέτες γεννήθηκαν στην Ελλάδα και πόσο εύκολα ξεχάστηκαν τόσο οι ίδιοι, όσο και το έργο τους. Γιατί, κακά τα ψέματα, ένα από τα βασικότερα μειονεκτήματα του Έλληνα είναι ότι ξεχνάει. Ξεχνάμε ποιοι ήταν η αιτία του λαμπρού πολιτισμού και της παγκοσμίου φήμης μας. Ξεχνάμε σε ποιους οφείλουμε το ότι είμαστε σήμερα ελεύθεροι (ή τέλος πάντων τυπικά ελεύθεροι τώρα πια) και τι θυσίες έκαναν για χάρη των σημερινών Ελλήνων. Διότι θέλει αρετή και τόλμη να πεις «θα πεθάνω εγώ, για να είναι ελεύθερα τα παιδιά της πατρίδας μου».
Αν η Ελλάδα έχει μια ελπίδα να σωθεί, αυτή είναι τα νέα μυαλά αυτού του τόπου. Αυτά τα μυαλά που μορφώθηκαν, αναπτύχθηκαν και είναι έτοιμα να δημιουργήσουν, ενώ ταυτόχρονα είναι δεμένα με τις αλυσίδες των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων ενός «στημένου παιχνιδιού» μαζικής εξαγωγής ανθρώπινου δυναμικού υψηλού επιπέδου. Και πώς να δημιουργήσεις όταν κανείς δε σου δίνει την ευκαιρία; Ή ακόμα χειρότερα όταν δεν μπορείς καν να ελπίζεις ότι ίσως να υπάρξει αυτή η ευκαιρία έστω και δυνητικά.
Η αλήθεια είναι ότι θέλει πολύ θάρρος να ξεπεράσει κανείς τους φόβους του και να κάνει το μεγάλο βήμα να φύγει. Μα επίσης θέλει πολύ θάρρος να κάνει κάποιος υπομονή στις στερήσεις και να μπορέσει να μείνει και να παλέψει. Γι’ αυτό το λόγο, ένα ερώτημα με βασανίζει τον τελευταίο καιρό: Τελικά δειλός είναι αυτός που μένει ή αυτός που φεύγει;

Από την Φανή Μπουνιαλέτου ,
Απόφοιτη του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Οικονομική Θεωρία και Πολιτική.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s